Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2016

Η ΔΥΣΤΥΧΙΑ ΤΩΝ ΑΡΙΘΜΩΝ

(FINALE MAESTOSO E RISOLUTO)
(Ζητώ προκαταβολικά την κατανόησή σας για τη μακρηγορία, αλλά η επερχόμενη από την προσεχή εβδομάδα αναγκαστική στέρηση της τηλεπικοινωνίας μου - τηλεφωνία και διαδίκτυο - μου δίνει αυτό το δικαίωμα)
Le luxe, ce n'est pas le contraire de la pauvreté mais celui de la vulgarité” (Coco Chanel)
(Η πολυτέλεια δεν είναι το αντίθετο της φτώχειας, αλλά της χυδαιότητας)
Πάντως, ο Igor Stravinsky δεν αρνήθηκε κοντά στην Coco Chanel, ούτε την πολυτέλεια, ούτε τη χυδαιότητα, χωρίς να παραμελεί τη Vera de Bosset, που έγινε δεύτερη σύζυγός του, και όλα, κάτω από το άγρυπνο, αλλά ανεκτικό μάτι της πρώτης συζύγου του Ekaterina Gavriilovna Nossenko.
Εκτός από αυτό το θηλυκό, ένα άλλο "αρσενικό" trio του Igor Stravinsky είναι η μεταγραφή για κλαρινέτο, βιολί και πιάνο μερών του έργου του "L'histoire du soldat" (Η ιστορία του στρατιώτη), ενός έργου που στην αρχική του μορφή πρέπει να διαβαστεί, να παιχτεί και να χορευτεί ("lue, jouée et dansée"), για τρεις ηθοποιούς, έναν ή περισσότερους χορευτές και επτά όργανα, σε κείμενα του Ελβετού συγγραφέα Charles-Ferdinand Ramuz, βασισμένα σε θρύλους της ρωσικής παράδοσης.
Μια εκτέλεση της μεταγραφής για trio του έργου "L'histoire du soldat"
http://www.youtube.com/watch?v=qLbKWKgJ9BQ&sns=em
Μια παράσταση της αρχικής μορφής του ίδιου έργου:
http://www.youtube.com/watch?v=O_4RCxLm17M&sns=em
Έχουμε συνηθίσει να λέμε, πως όταν ευημερούν οι αριθμοί δυστυχούν οι άνθρωποι.
Στη σκέψη αυτή υπάρχουν δυο παράγοντες, οι άνθρωποι και οι αριθμοί, με δυο πιθανότητες ο καθένας, την ευτυχία και τη δυστυχία.
Η άποψη, όμως, αυτή για την ευημερία των αριθμών και τη δυστυχία των ανθρώπων δεν διέπεται από τους νόμους των πιθανοτήτων, αλλά είναι μονοσήμαντη, γιατί, για παράδειγμα, όταν δυστυχούν οι αριθμοί δεν ευημερούν οι άνθρωποι, ούτε όταν ευημερούν οι άνθρωποι δυστυχούν οι αριθμοί, που σημαίνει ότι όποιος παράγοντας και με όποια πιθανότητα αν μπει στο antécédent (προηγούμενο) μέρος της υπόθεσης, το conséquent (η συνέπεια) είναι πάντα η ίδια: η δυστυχία των ανθρώπων.
Μπροστά, λοιπόν, στην πολιτική λογική της άρρητης υποκρισίας της Αριστεράς του Χαβιαριού (La Gauche Caviar), ο Θεός ο Μέγας, που πάντα γεωμετρεί*, σηκώνει τα χέρια του, πιθανόν, γιατί βρίσκεται απέναντι σε ένα φαινόμενο ρητής αυταπάτης, για το οποίο φαινόμενο, ίσως, δεν είναι υπεύθυνη η Αριστερά, αλλά το χαβιάρι της.
Το Μάιο που μας πέρασε, τότε που η πρώτη, λεγόμενη, αξιολόγηση βρισκόταν στον οργασμό της, αφού οι καυλοπυρέσοντες, κατά την Εμπειρίκειο γλωσσοπλαστουργία, θεσμοί είχαν συλλάβει το πρώτο γαλλικό γράμμα της, το γράμμα ή σημείο G, χαλκεύοντας τους παραλογισμούς της και τους κρεμούσαν ως κουδούνια στης Κουμουνδούρου το λαιμό**, είχα δηλώσει σε σχόλιό μου με τίτλο "ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ", πως είμαι έτοιμος να διακόψω την τηλεπικοινωνία μου (τηλεφωνία και διαδίκτυο), ως μια μικρή πράξη, για την εκκίνηση της αντίστασης στην επερχόμενη σε βάρος της, τελικώς από την 1η Ιανουαρίου του 2017, φορολογική βαρβαρότητα.
Η επιτυχία, όμως, του λεγόμενου προγράμματος των, επίσης, λεγόμενων μεταρρυθμίσεων δεν μ' άφησε να γίνω αντιστασιακός.
Η δυστυχία των αριθμών στραγγάλισε την αντιστασιακή μου ευτυχία, με αποτέλεσμα να αναγκαστώ, σήμερα, να στερηθώ την τηλεπικοινωνία από ανάγκη και όχι από αγωνιστικό φρόνημα.
Η δυστυχία των αριθμών, που απέτρεψε την αντιστασιακή μου ευτυχία, είναι σκληρή και μπορεί να βρει αναλογική αναφορά σε κάθε πτυχή της ζωής των ομήρων της σύγχρονης Ευρωδουλείας:
Όταν ήμουν ενεργός οικονομικά πολίτης, πριν την Ευρωκρατία (κάποτε θα πάρει τη θέση που της αξίζει δίπλα στην Τουρκοκρατία και θέλει δεν θέλει ο απτυχίωτος υπουργός παιδείας θα μπει στα βιβλία της ιστορίας, ακόμα και αν αντικαταστήσει την ιστορία με την ιστοριολογία, τα θρησκευτικά με τη θρησκολογία, το στρατό με τη στρατολογία, κλπ, αλλά ας ελπίσουμε πως δεν θα έχει την ίδια διάρκεια με αυτή), η δαπάνη μου για την τηλεπικοινωνία ήταν, περίπου, το 1/100 των αποδοχών μου, γεγονός που άφηνε και άλλα 99/100 για πιο σημαντικές ή ασήμαντες ανάγκες, όπως η τροφή, η διαβίωση, η ένδυση, η υπόδηση, η ψυχαγωγία, κλπ.
Μόλις αρχειοθετήθηκα ως φάκελος στα υπόγεια του χρεωκοπημένου ασφαλιστικού συστήματος με την ένδειξη "συνταξιούχος λόγω γήρατος", η ίδια δαπάνη έγινε το 1/15 της επικουρικής μου σύνταξης, για να μη σας κουράζω με μεγάλους αριθμούς, που παραμορφώνουν τα προβλήματα και πάλι έμειναν 14/15 για τις υπόλοιπες ανάγκες.
Η πρώτη μεγάλη μεταρρυθμιστική παρτούζα του Σαμαροβενιζέλειου δισδιάστατου φασιστικοναζιστικού συμπλέγματος, που ήρθε να συμπληρώσει στην τσέπη των Γερμανών αυτά που έχασε ο Λούθηρος από την καταδίκη των αφετήριων επιστολών (συγχωροχάρτια), έφερε τη δαπάνη μου αυτή στο 1/4 της επικουρικής μου σύνταξης, χωρίς να την αυξήσει πάλι, αλλά μειώνοντας τη σύνταξη, για να καλύψει τα χαμένα του Λούθηρου.
Βλέπετε, ότι ακόμα και η μητέρα όλων των μεταρρυθμίσεων, η μεταρρύθμιση των μεταρρυθμίσεων του Λούθηρου, είχε ως κίνητρο να στερήσει έσοδα από την Παπική Εκκλησία της τότε Ενωμένης Θρησκευτικά Ευρώπης, ανάγοντας τη λιτότητα από οικονομικό σε θρησκευτικό παράγοντα της γερμανικής συνείδησης.
Και ύστερα ήρθε η ελπίδα με τη μορφή της πολυσυνιστώσας ναζιστικοφασιστικής (άλλαξε ο Μανωλιός κι' έβαλε τα ρούχα του αλλιώς: το αριστερό χέρι στο δεξί μανίκι και το δεξί χέρι στο αριστερό, δίκην ζουρλομανδύα, για να μας κλέβουν με τα δύο χέρια πουλώντας τρέλα) αυταπάτης και ο μαντηλοφόρος γερμανοπίθηκοκαρνάβαλος υπερχορδιστής*** της Αριστεράς του Χαβιαριού κατόρθωσε να μεταρρυθμίσει τις τηλεπικοινωνιακές μου "ανάγκες" στο 1/2 της επικουρικής μου σύνταξης, χωρίς να μεταβάλλει, πάλι, τη δαπάνη, παρά μόνο τη σύνταξη και από τον άλλο μήνα, που θα αρχίσουν οι αναδρομικές περικοπές, η αναλογία αυτή θα ξεπεράσει τα 3/4 της επικουρικής σύνταξης, καταλείποντας γεναιόδωρα στο "υπόλοιπο" της επικουρικής μου σύνταξης την αγοραστική δύναμη του ενός γάλατος των Άλπεων την ημέρα κι αυτό αγορασμένο από το δίκτυο των καταστημάτων των κληρονόμων του Göbbels, γιατί για Ελληνικό γάλα θα πρέπει οι συνταξιούχοι να βγούμε στην επαιτεία, μια και η κεφαλαιακή μας αξία για την πορνεία είναι χαμηλότερη ακόμα και αυτής των τραπεζών.
Όμως, εγώ διδάχτηκα από τον πολιτικό και φιλοσοφικό μου δάσκαλο Jean - Paul Sartre τη "La P... respectueuse****" (La Putain respectueuse = Η αξιοσέβαστη πόρνη) και δεν έχω σκοπό να στραφώ στο αρχαιότερο επάγγελμα, που με τόση προθυμία στρέφονται οι τροτέζες της εξουσίας.
Έτσι, λοιπόν, η τηλεπικοινωνιακή μου δαπάνη έγινε μια πανελλήνια σταθερά αμετάβλητη, που ανατρέπει την υποκειμενικότητα των παγκόσμιων σταθερών της επιστήμης, ανάγοντας την κλοπή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μου, όπως και όλων των άλλων Ευρωκρατούμενων Ελλήνων, σε υπερεπιστήμη του χρηματοπιστωτικού παραλόγου.
Σήμερα, όμως, που θα πρέπει να διαλέξω ανάμεσα στην πολυτέλεια της τηλεπικοινωνίας και την αναγκαιότητα της επιβίωσης, θα μου επιτρέψει η Coco Chanel, παρά το διαχρονικό θαυμασμό μου στα αριστουργήματά της, ιδιαίτερα εκείνα τα λιτά deux pieces με το bouclé ύφασμα και τις χαρακτηριστικές τσέπες, του Παρισινού αμβλυγώνιου τριγώνου Faubourg Saint - Honoré, Montaigne και Cambon, να μη διστάσω να επιλέξω τη χυδαιότητα του βασικού ενστίκτου της επιβίωσης, που παρά το ότι είναι ένα "παράλληλο πρόγραμμα" που μπορεί να με μεταφέρει ακόμα και σε έναν γειτονικό παράδεισο του βασικού ενστίκτου της Sharon Stone, δεν έρχεται σε σύγκρουση με την Πατερική νουθεσία του Μεγάλου Βασιλείου "βρωμάτων πολυτέλεια λαιμόν μεν τέρπει, τρέφει δε σκώληκα ακολασίας ακοίμητον".
Επιτέλους, οι συνταξιούχοι αποκτήσαμε μια ελπίδα, να ασκήσουμε το βασικό μας ένστικτο, θηλάζοντας στο εγγύς μέλλον της επερχόμενης μέλλουσας ζωής μας το γάλα των Ολύμπιων πηγών της Sharon Stone και αυτή είναι μια πραγματική ελπίδα, που ήρθε με το ΣΥΡΙΖΑ.
Όμως, ο αγαπητός φιλόσοφος του Μαρξ, που αποτέλεσε και το θέμα της διδακτορικής διατριβής του ("Differenz der demokritischen und epikureischen Naturphilosophie"), ο Επίκουρος, μέσα από τη φυσική του φιλοσοφία, "Naturphilosophie", όπως τη χαρακτηρίζει ο Μαρξ, είναι σαφής και δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης ανάμεσα στη φυσική και την τεχνητή ανάγκη, την ανάγκη και την ανάγκη της ανάγκης:
"Κακόν ανάγκη, αλλ’ ουδεμία ανάγκη ζην μετά ανάγκης.
Τελευταία, ύστερα από υπόδειξη παλιάς μαθήτριας και σημερινής φίλης μου, διάβασα το μυθιστόρημα "Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά" του Leonardo Paduro, που είναι μια αφηγηματική μυθιστοριογραφία, υπερβολική για τον αντισταλινισμό της, της ζωής του Τρότσκι μετά την εξορία και του δολοφόνου του.
Τόσο ο Τρότσκι, όσο και ο δολοφόνος του αγαπούσαν τα σκυλιά κι εγώ ως ένας τρίτος άνθρωπος, που αγαπάω τα σκυλιά, χωρίς, όμως, να μισώ το Στάλιν, παρά μόνο τον κατηγορώ για την εγκληματική του παράλειψη ως νικητή του Β'ΠΠ να μην αφήσει ισοδύναμο αριθμό θυμάτων στους ηττημένους με τον αριθμό των αθώων θυμάτων, που άφησαν αυτοί στη χώρα του και γενικότερα στην Ευρώπη (να δούμε αν σήμερα μιλούσαν για ισοδύναμα μέτρα όσοι δεν δοκίμασαν την ισοδυναμία των εγκλημάτων τους), ταυτίστηκα με το θύμα, τον Τρότσκι, έχοντας συνέχεια στη μνήμη μου τα λόγια του, πως "αυτός που ελπίζει να ζήσει μια ήσυχη ζωή, έκανε λάθος που γεννήθηκε στον εικοστό αιώνα".
Εμείς κάναμε διπλό λάθος, γιατί γεννηθήκαμε στον εικοστό αιώνα και είχαμε το θράσος να ζήσουμε και στον εικοστό πρώτο, "χρόνους πολλούς μετά την αμαρτία, που την είπαν αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν", κατά το "Προφητικόν" του Ελύτη, ακόμα και στο εξωκκλήσι της Αριστεράς του ΣΥΡΙΖΑ, στο οποίο προσεύχονται και ευλογούν αυτή την αμαρτία οι νεοπροσήλυτοι της θρησκείας που σκότωσε την Ευρώπη και την ξαναδημιούργησε για να τη λεηλατήσει.
Λυπάμαι μόνο που, χωρίς τηλεπικοινωνία, δεν θα μπορέσω να ενημερωθώ έγκαιρα να προϋπαντήσω τον ερχόμενο προ των κεκλεισμένων πυλών βασιλέα της δύναμης και της δόξας της ανάπτυξης, κράζοντα:
"ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, καὶ ἐπάρθητε, πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης. τίς ἐστιν οὗτος ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης; Κύριος τῶν δυνάμεων αὐτός ἐστιν ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης" (Ψαλμός 23).
Όμως, "ουδέν κακόν αμιγές καλού", αφού με την ενέργειά μου αυτή, θα απαλλαγείτε και εσείς από τις συχνές μεταμεσονύχτιες απρόσκλητες και απρόκλητες ηλεκτρονικές επισκέψεις μου.


* Ο Πλούταρχος αναφέρει, "πῶς Πλάτων ἔλεγε τὸν θεὸν ἀεὶ γεωμετρεῖν".
Πάνω σ' αυτή τη φράση στηρίχθηκε ο μαθηματικός και καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Νικόλαος Ι. Χατζηδάκης (1872 – 1942), για να γράψει το παρακάτω αριστοτεχνικό κείμενο, με τον αριθμό των γραμμάτων της κάθε λέξης του οποίου προσδιορίζονται τα 23 πρώτα ψηφία του άρρητου αριθμού π = 3,14...
"Αεί ο Θεός ο Μέγας γεωμετρεί,
το κύκλου μήκος ίνα ορίση διαμέτρω,
παρήγαγεν αριθμόν απέραντον,
καί όν, φεύ,
ουδέποτε όλον θνητοί θα εύρωσι",
** Παράφραση από το "Πνευματικό Εμβατήριο" του Άγγελου Σικελιανού:
"Σὰν ἔριξα καὶ τὸ στερνὸ δαυλὶ στὸ φωτογώνι,
(δαυλὶ τῆς ζωῆς μου τῆς κλεισμένης μέσ᾿ τὸ χρόνο)
στὸ φωτογώνι τῆς καινούργιας λευτεριᾶς σου, Ἑλλάδα,
μοῦ ἀναλαμπάδιασε ἄξαφνα ἡ ψυχὴ σὰν νἆταν
ὅλο χαλκὸς τὸ διάστημα, ἢ ὡς νἆχα, τ᾿ ἅγιο κελὶ
Τοῦ Ἡράκλειτου τριγύρα μου, ὅπου, χρόνια,
γιὰ τὴν Αἰωνιότη ἔχαλκευσε τοὺς λογισμούς του
καὶ τοὺς κρεμνοῦσε ὡς ἄρματα στῆς Ἔφεσος τὸ Ναό..."
*** Υπερχορδιστής είναι ο επιστήμονας της θεωρίας των υπερχορδών.
Σύμφωνα με τη θεωρία του πολυδιάστατου χωροχρόνου των χορδών και των υπερχορδών, οι διαστάσεις του υπερβαίνουν τις δέκα, αλλά απέχουν πολύ να πλησιάσουν τις διαστάσεις των συνιστωσών του ΣΥΡΙΖΑ.
**** Το έργο του Sartre το αναφέρω ως "La P... respectueuse", όχι από πρόθεση σεμνοτυφίας να αποσιωπήσω τη λέξη putain (πόρνη), αλλά γιατί με τη μορφή αυτή έκανε την πρώτη του εμφάνιση.
Εξάλλου, σήμερα, η πολιτική πορνεία είναι το μόνο ευρωπαϊκό κεκτημένο της χώρας μας, που έφτασε να εκδίδει, ακόμα και την αστική δημοκρατία της, επί χρήμασι.
Παρακάτω παραθέτω το σχόλιο με τίτλο "ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ", που έγραψα το Μάιο του 2016.
Η τελευταία παράγραφος με έντονα γράμματα στο σημερινό και το κείμενο του Μαΐου είναι η ίδια.
Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Η αποχώρισή μου, δηλαδή, από την τηλεπικοινωνία. Το Μάϊο ως "προαπαιτούμενο" της αντίστασης, σήμερα ως "αξιολόγηση" της ανάγκης, για να μην ξεχάσω και τον εισαγόμενο και εντός εισαγωγικών μνημονιακό νεολογισμό και θεωρηθώ αθεράπευτος παλαιοκομμουνιστής.
Πάντως, σε μια πρόσφατη εναντιοδρομία μου με έναν ΠασοκοΣυριζογυρολόγο, που μη αντιλαμβανόμενος τις απόψεις μου με ρώτησε αν είμαι Αριστερός, η απάντησή μου ήταν άμεση και σαφής: "όχι δεν είμαι Αριστερός, αλλά Κομμουνιστής, όπως εννοεί τους Κομμουνιστές ο Aragon και όπως εννοεί το όχι η γλώσσα που μου έδωσαν, κατά τον Ελύτη, Ελληνική".
Γιατί "κρεῖττον πεσεῖν ἀπὸ ὕψους εἰς γῆν, ἢ ἀπὸ γλώσσης" (Οσίου Ιωάννου του Σιναΐτου: Περὶ πολυλογίας καὶ σιωπῆς) και με τη Ψευτοαριστερά του ΣΥΡΙΖΑ πέσαμε και από ύψος (προσγειωθήκαμε ανώμαλα) και από γλώσσα (παπαρολογοπλαγιοκοπηθήκαμε).
Το πρόβλημα δεν είναι αν εγώ είμαι Αριστερός, αλλά αν είναι Κομμουνιστές, όλα αυτά τα ιδρυματικά ορφανά του κρατικοδίαιτου Πασοκοορφανοτροφείου, που βρήκαν τροφή και στέγη στην ΚΟ (Κυβερνητική Οργάνωση) του ΣΥΡΙΖΑ, που μεταρρύθμισε τη ΜΚΟ μιας μάχιμης ιδεολογίας σε ΚΟ μιας συμβιβασμένης και προσκυνημένης πολιτικής πρακτικής, γιατί στον Κομμουνισμό δεν ισχύει το θρησκευτικό δόγμα "το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής".
Ίσως, μια διέξοδος στον αναγκαστικό τηλεπικοινωνιακό μου αποκλεισμό και το στερητικό του σύνδρομο θα ήταν η μετακίνησή μου στην τάξη των επιγραμματοποιών, αφού με λίγες λέξεις μπορεί κανείς να παρακάμψει το φράγμα του περιορισμού της επικοινωνίας, χωρίς να υστερήσει σε σαρκασμό και καυστικότητα, γιατί όσο πιο μικρό, τόσο πιο εύστοχο και αποτελεσματικό είναι το βέλος, χωρίς αντιστάσεις του αέρα και παραμορφώσεις της πορείας του.
Ο Neruda στο ποίημά του "ο στρατηγός Φράγκο στην κόλαση" έλεγε, πως "κόλαση από κόλαση δεν έχει διαφορά".
Την κόλασή μας την επέλεξαν άλλοι, που κατάφεραν να μασκαρέψουν σε Αρχαγγέλους της "σωτηρίας" τους εωσφόρους της δυστυχίας, που μας είπαν, ότι είναι μονόδρομος, μερικοί, μάλιστα, πάγκαλοι γίγαντες αρχικαρνάβαλοι με μυαλό νάνου τη χαρακτήρισαν και ευτυχία.
Επειδή, όμως, μολύβι από μολύβι έχει διαφορά, μένει σε μας να επιλέξουμε το μολύβι, που θα χρησιμοποιήσουμε για να βγούμε από αυτή την κόλαση, έστω και αν η έξοδός μας αυτή θεωρηθεί και ως αντίδοτη δυστυχία στην πάγκαλο μπακαλοευτυχία τους.
Εγώ, προσωπικά, αισθάνομαι πως με τα χίλια, περίπου, σχόλιά μου τελείωσα ένα μολύβι και μέχρι να αξιωθώ να πιάσω ένα άλλο στο χέρι μου που, κατά τον Γιάννη Ρίτσο, θα είναι συνέχεια της ψυχής μου, έχοντας στα χείλια μου απάνω το θυμό και τον καημό βαθιά στα μάτια μου (Ρωμιοσύνη)*****, μπορώ να θυμάμαι σαν ένα παραμύθι για την πολιτική ζωγραφική μου τα λόγια του Γιώργου Σεφέρη:
"Μιὰ φορὰ κι ἕναν καιρό, καθὼς λένε, ἕνας φούρναρης παράγγειλε σ᾿ ἕνα φτωχὸ ζωγράφο νά τονε ζωγραφίσει τὴν ὥρα ποὺ φούρνιζε ψωμιά. Ὁ ζωγράφος ἄρχισε νὰ δουλεύει, καὶ ὅταν καταπιάστηκε νὰ εἰκονίσει τὸ φουρνιστήρι, ἀντὶ νὰ τὸ φτιάξει ὁριζόντιο, σύμφωνα μὲ τὴν προοπτική, τὸ ἔφτιαξε κάθετο δείχνοντας ὅλο του τὸ πλάτος· ἔπειτα, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ζωγράφισε πάνω στὸ φουρνιστήρι κι ἕνα καρβέλι. Πέρασε ἕνας ἔξυπνος ἄνθρωπος καὶ τοῦ εἶπε: «Τὸ ψωμὶ ἔτσι ποὺ τὄ ῾βαλες, θὰ πέσει». Ὁ ζωγράφος ἀποκρίθηκε, χωρὶς νὰ σηκώσει τὸ κεφάλι: «Ἔννοια σου· μόνο τὰ ἀληθινὰ ψωμιὰ πέφτουν· τὰ ζωγραφισμένα στέκουνται· ὅλα πρέπει νὰ φαίνουνται στὴ ζωγραφιά!».
Τὸ παραμύθι αὐτὸ μοῦ θυμίζει ἕναν πολὺ μεγάλο τεχνίτη, ποὺ ἐπειδὴ ἀκριβῶς «ὅλα πρέπει νὰ φαίνουνται στὴ ζωγραφιά», ἱστορίζοντας τὴν ἄποψη τοῦ Τολέδου, ἔβγαλε ἀπὸ τὴ μέση μὲ τὸ δικαίωμα τῆς τέχνης του, τὸ νοσοκομεῖο τοῦ Δὸν Χουὰν Ταβέρα καὶ τὸ τοποθέτησε σ᾿ ἕνα χάρτη, Ὁ μεγάλος τεχνίτης, τὸ ξέρετε, εἶναι ὁ Κρητικὸς Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, καὶ ὁ ζωγράφος τοῦ παραμυθιοῦ εἶναι ὁ Μυτιληνιὸς Θεόφιλος Γ. Χατζημιχαήλ, «ἄλλοτε ὁπλαρχηγὸς καὶ θυροφύλαξ ἐν Σμύρνῃ»" (Γιῶργος Σεφέρης: Θεόφιλος - Δοκιμές 1962).
Από το φούρνο διαδικτυακών μικροκυμάτων των σχολίων μου, θέλω να πιστεύω, πως δεν έπεσε κανένα ψωμί, ακόμα κι όταν τα έριχνα στο φούρνο με το φουρνηστήρι κάθετο, για να ανοίξω την καρδιά και το κούτελο των πεινασμένων, αλλά από το φούρνο των αερίων της ευρωπαϊκής μας ζωής χάθηκαν πολλά καρβέλια, αφήνοντας χιλιάδες νηστικούς Έλληνες.
***** Από τη "Ρωμιοσύνη" του Γιάννη Ρίτσου:
"Τὸ χέρι τους εἶναι κολλημένο στὸ ντουφέκι
τὸ ντουφέκι εἶναι συνέχεια τοῦ χεριοῦ τους
τὸ χέρι τους εἶναι συνέχεια τῆς ψυχῆς τους -
ἔχουν στὰ χείλια τους ἀπάνου τὸ θυμὸ
κ᾿ ἔχουνε τὸν καημὸ βαθιὰ-βαθιὰ στὰ μάτια τους
σὰν ἕνα ἀστέρι σὲ μία γοῦβα ἁλάτι".


ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
Η επερχόμενη, προ των πυλών και πιθανόν από την 1η Ιουνίου ή 1η Ιουλίου, Οθωμανικού τύπου φορολόγηση του διαδικτύου και της τηλεφωνίας, κινητής και σταθερής, θα με αναγκάσει να αλλάξω συνήθειες, περιορίζοντας, μέχρι ακόμα και διακοπής, αυτούς τους τύπους της επικοινωνίας.
Πρώτα - πρώτα για λόγους πολιτικής συνείδησης και αρχών, γιατί, όπως έλεγε και ο Ελύτης, "ο νόμος που είμαι δεν θα με υποτάξει" στη χειραγώγηση και τη συναλλαγή των αναγκών μου.
Ύστερα για λόγους τακτικής, γιατί μια μικρή αντίσταση θα μπορούσε να αποτελέσει προάγγελο μιας μεγαλύτερης, αφού, κατά τον Αμερικανό ιστορικό Howard Zinn, οι ανατροπές μπορούν να προέλθουν από πολλές μικρές πράξεις ή όπως το είπε διαφορετικά ο Νίκος Καζαντζάκης "νιώθω σαν να χτυπάμε τα κεφάλια μας στα σίδερα, πολλά κεφάλια θα σπάσουν, μα κάποια στιγμή, θα σπάσουν και τα σίδερα".
Τέλος, γιατί ο πατέρας μου πολέμησε και νίκησε το ναζισμό χωρίς διαδίκτυο και τηλεφωνία στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Mauthausen*, γεγονός που δεν βλέπω, πως δεν θα μπορούσα να κάνω κι εγώ στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Ευρώ.
Ο ίδιος, ακόμα, γενάρχης και ηγεμόνας του ναζισμού Hitler έλεγε, πως τα γεγονότα δεν διαμορφώνονται από το γραπτό, αλλά από τον προφορικό λόγο.
Κατά συνέπεια, μετά την επιβολή του φορολογικού κορσέ της στενοζωνικότητας στην ευρυζωνικότητα, η ηλεκτρονική επικοινωνία μου θα είναι περιστασιακή, ως λαθραναγνώστη και λαθροχειριστή κοινόβιων δικτύων.
Εξάλλου, μεγάλωσα με το όνειρο να ζήσω σ' ένα κομμουνιστικό κολχόζ κοινοκτημοσύνης και το ευρωπαϊκό κεκτημένο, με όχημα ένα επαιρόμενο και αυτοπροσδιοριζόμενο δια της αρχής της απροσδιοριστίας του Werner Heisenberg ως Αριστερό κόμμα, μου έδωσε την ευκαιρία να ζήσω στο καπιταλιστικό κολχόζ της ετεροκτημοσύνης.
Όμως, "ουδέν κακόν αμιγές καλού", αφού με την ενέργειά μου αυτή, θα απαλλαγείτε και εσείς από τις συχνές μεταμεσονύχτιες απρόσκλητες και απρόκλητες ηλεκτρονικές επισκέψεις μου.
* Η μόνη ηλεκτρονική φραγή επικοινωνίας στο Mauthausen ήταν τα ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα, τα οποία, όπως με πληροφόρησε ένας Ιταλός πρώην κρατούμενος που γνώρισα σε μια από τις προσκυνηματικές επισκέψεις μου στο στρατόπεδο, μπόρεσε να βραχυκυκλώσει μια ομάδα κρατούμενων με τα σώματά τους, πέφτοντας απάνω στα ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα, για να περάσουν πάνω από τα πτώματά τους προς την ελευθερία ως δραπέτες οι σύντροφοί τους και όσους από τους δραπέτες της ελευθερίας δεν συνέλαβαν οι γερμανικές αρχές του στρατοπέδου τους σκότωσαν οι Αυστριακοί** χωρικοί στα σπίτια των οποίων ζήτησαν προστασία.
Βλέπετε, ότι από τότε λειτουργούσε άψογα η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη του θανάτου.

** Για όσους δεν το γνωρίζουν, το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Mauthausen ήταν στην Αυστρία, δίπλα στο ομώνυμο χωριό, όπως και το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Auschwitz στην Πολωνία, για να μην έχουμε σήμερα τη ψευδαίσθηση πως το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Guantanamo είναι το πρώτο εκτός έδρας ή το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Ευρώ το πρώτο εντός, εκτός και επί ταυτά παράλληλο στρατόπεδο της Γερμανίας. 

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2016

CLAUDINE ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΧΑΜΟ ΤΗΣ

(20 Σεπτεμβρίου 2014 - 20 Σεπτεμβρίου 2016)
Μέσα από τη σιωπή της θλίψης έχω να πω, πως το σκυλί είναι το μοναδικό πλάσμα, που δεν διαπραγματεύεται την αγάπη.

 Κοντά της, όπως είχα γράψει παλαιότερα, παραφράζοντας ένα στίχο του Μανώλη Αναγνωστάκη, δεν "λησμόνησα τὴν ἀγάπη πού ῾ναι μόνο ἀγάπη", "ὅτι κραταιὰ ὡς θάνατος ἀγάπη", όπως έχω χαραγμένη στο τεφροφυλάκειό της τη φράση από το "Άσμα Ασμάτων" του Σολομώντα.  

Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2016

Ο ΜΑΡΞ ΧΩΡΙΣ ΜΥΘΟ

Στον κατά κόσμο Μάρκο και Μιχάλη στον αντιδικτατορικό αγώνα στις αξέχαστες μέρες στο συγκλονιστικό "Τρίγωνο των Βερμούδων": Χαϊδελβέργη, Παρίσι, Ελλάδα (η Ελλάδα ήταν μια κινούμενη κορυφή του τριγώνου, άλλοτε στη Θεσσαλονίκη και άλλοτε στην Αθήνα), μιας εποχής που για τον καθένα μας ο Βάρναλης πέρασε τη νοσταλγική τύψη - αναστεναγμό:
"Ἄχ, ποὖσαι νιότη, ποὔδειχνες πῶς θὰ γινόμουν ἄλλος!"
Τρία χρόνια από τον ενεργητικό θάνατο του Μάρκου.
Ο θάνατος, συνήθως, είναι μια παθητική συνέπεια, αποτέλεσμα ενός βιολογικού ή ανθρώπινου λάθους, αλλά ορισμένες φορές ενεργητική πράξη αυτογνωσίας και αυτοθυσίας.
Πριν λίγες μέρες επισκέφτηκα το Μάρκο στην τελευταία του κατοικία, όπου αναπαύεται, ξεφεύγοντας από τον κύκλο και χαμογελώντας μέσα σε μια παράξενη ησυχία*, χωρίς θρησκευτικά σύμβολα, χωρίς άμφια και ΕΝΦΙΑ, χωρίς τοκοχρεωλυτικές δόσεις δανείων, χωρίς δάκρυ, χωρίς δέος, πένης, γυμνός και κατάμονος** και αισθάνθηκα συγκίνηση, που εκτός από παιδικός του φίλος και ιδεολογικός του σύντροφος, είχα την τιμή να χοροστατήσω ως "Αρχιεπίσκοπος" στην πολιτική τελετή της ταφής του.
* Σεφέρης:
"οἱ παλαιοὶ νεκροὶ ξεφύγαν ἀπ᾿ τὸν κύκλο καὶ ἀναστήθηκαν
καὶ χαμογελᾶνε μέσα σὲ μία παράξενη ἡσυχία".
** Ρίτσος:
"Δέν ἔχω δάκρυ πιά.
Δέν ἔχω δέος.
Δέν ἔχω τίποτ' ἄλλο νὰ μοῦ πάρουν.
Πένης, γυμνός καὶ κατάμονος
ἰδού τὰ πλούτη μου, ποὺ κανείς δέ μπορεῖ νὰ μοῦ πάρῃ".
Έχουν περάσει πάνω από τέσσερα χρόνια, που ο Μάρκος με κάλεσε στο σπίτι του, ένα χρόνο πριν το ενεργητικό του θάνατο, για να μου αποκαλύψει τη λεηλασία του από το χρηματοπιστωτικό σύστημα εξουσίας και τον βρήκα, ανάμεσα σε δεκάδες σωρούς βιβλίων στο δάπεδο, γιατί τα έπιπλα ήταν τεκμήριο πολυτελούς διαβίωσης και δεν είχε τέτοια ευρωπαϊκά κεκτημένα παρά το νεανικό κοσμοπολιτισμό του, να διαβάζει μπροστά σε μια στοίβα του περιοδικού πολιτιστικού και ιδεολογικού στοχασμού της δεκαετίας του 1960 "Εποχές", που είχε ως διευθυντή τον Άγγελο Τερζάκη και συμβούλους τους Σεφέρη, (Κ. Θ.) Δημαρά, Θεοτοκά, Σκαλιόρα, κλπ.
Ξεφυλλίζοντας μπροστά του το πρώτο τεύχος του Μαΐου, αν θυμάμαι καλά, του 1963 ζωντάνεψε στη μνήμη μου από το σημείωμα της πρώτης έκδοσης η παρακάτω παράγραφος: "Εκείνο που λιγότερο απ' όλα χρειάζεται η ελληνική ζωή, είναι οι προγραμματικές δηλώσεις. Αντίθετα, κοινή είναι σήμερα η αξίωση για πραγματοποιήσεις χωρίς επαγγελίες".
Η γνωριμία μου με το περιοδικό "Εποχές" έγινε στα πρώτα γυμνασιακά μου χρόνια στο γυμνάσιο της Κασσάνδρας, πριν γίνω πνευματικός μετανάστης στη Θεσσαλονίκη, και κόστισε τη θρησκευτική καταδίκη μου από το φονταμενταλιστή θεολόγο γυμνασιάρχη, ο οποίος κάθε φορά που ερχόταν το περιοδικό στην αλληλογραφία του σχολείου (τότε, όπως και σήμερα, το απόρρητο της αλληλογραφίας ήταν συνταγματική ευχή, χωρίς πρακτική χρησιμότητα, γιατί τότε κινδύνευε η πατρίς εθνικώς και σήμερα η χώρα οικονομικώς*) με κλειδαμπάρωνε στο γραφείο του και με επέβαλε να διαβάζω και να απομνημονεύω ένα Χριστιανικό περιοδικό με τίτλο, αν θυμάμαι καλά, "Προς τη Νίκη", την οποία νίκη, ειρήσθω εν παρόδω, παρά το ότι την κράτησα δια της βίας στα χέρια μου τότε, δεν την ξαναείδα μπροστά μου ποτέ.
Ήταν και αυτός ο Σεφέρης, που είχα γνωρίσει την ίδια εποχή, που φώναζε με την αγέρωχη Δωρική του αυστηρότητα:
"Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν υποταχτείτε.
Υποταχτήκαμε και βρήκαμε τη στάχτη.
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν αγαπήσετε.
Αγαπήσαμε και βρήκαμε τη στάχτη.
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν εγκαταλείψετε τη ζωή σας.
Εγκαταλείψαμε τη ζωή μας και βρήκαμε τη στάχτη..."
Γραφική φιγούρα σ' αυτή την κάθε μήνα ημερήσια απομόνωσή μου στο θρησκευτικό πειθαρχείο ήταν ο αξέχαστος και αγαπητός καθηγητής μου, συγγραφέας και ποιητής Γιώργος Ιωάννου, ο οποίος με τον πρέποντα σαρκασμό, που τον χαρακτήριζε, διέκοπτε την απομόνωσή μου και μ' εκλιπαρούσε να απομνημονεύσω γρήγορα το περιοδικό "Προς τη Νίκη", ώστε να μου δώσει ο γυμνασιάρχης τις "Εποχές", για να μπορέσει και αυτός να τις διαβάσει.
Εκεί που έγινε η μεγάλη έκρηξη ήταν όταν παρέλαβα το τεύχος των "Εποχών" με κύριο θέμα "Ο Μαρξ χωρίς μύθο" και μάλιστα με αύξηση της κυκλοφορίας του περιοδικού κατά 100% στο σχολείο, αφού και ένας δεύτερος μαθητής, ο πρόωρα χαμένος συμμαθητής μου, φιλολογικό φαινόμενο για την ηλικία μας, Α.Α, έγινε συνδρομητής.
Μας έκλεισε και τους δυο στο θρησκευτικό πειθαρχείο, αυξάνοντας κατά 100% και την αναγνωσιμότητα του περιοδικού "Προς τη Νίκη", διαθέτοντάς μας, πλέον, δυο τεύχη προς σωφρονισμό, αφού πρώτα δοκίμασε τη συνηθισμένη εκείνη την εποχή δια της χειροδικίας μέθοδο.
Ευτυχώς, η παρέμβαση δύο πρώην βαθμοφόρων του κόκκινου στρατού, της γιαγιάς μου και ενός συμπολεμιστή της, που απείλησαν το γυμνασιάρχη, πως αν με ξαναενοχλήσει θα τον πετάξουν έξω από την εκκλησία, στην οποία κάθε Κυριακή ναρκισσευόταν ως ιεροκήρυκας, είχε διπλό αποτέλεσμα. Εγώ απαλλάχτηκα από το μηνιαίο πειθαρχείο και το εκκλησίασμα από τον ιεροκήρυκα.
"Και ο Άγιος χρειάζεται φοβέρα".
Όλο αυτό το εισαγωγικό ρομαντικό αφήγημα ήταν πολύ μακροσκελές για να δικαιολογήσω τον τίτλο του σημερινού σημειώματος "Ο Μαρξ χωρίς μύθο", όμως είμαστε λαός που αντέξαμε και αφομοιώσαμε ως μηρυκαστικά θηλαστικά ακόμα και τα παραμύθια της Χαλιμάς του ποιμένα και πολιτικού ιεροκήρυκα της δήθεν Αριστεράς, που ανουσιούργησε και ανοησιουργεί πάνω στα ιερά και τα όσιά της, ταυτίζοντάς τη με το συμβιβασμό, την υποτέλεια και τον καιροσκοπισμό.
Παρακολουθείστε, λοιπόν, παρακάτω μια συγκλονιστική προφητεία από τον πρώτο τόμο του "Κεφαλαίου" του Μαρξ, όπου ο "Μαρξ χωρίς μύθο" προλέγει με ακρίβεια Ελβετού ωρολογοποιού τα μελλούμενα του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού.
Σήμερα, που ζούμε το μέλλον του Μαρξ, μπορούμε να δικαιώσουμε το παρελθόν του, για τις απόψεις που διατυπώνει στο "Κεφάλαιο", που επιγραμματικά αναφέρονται στα παρακάτω:
1. Ο εθνικός πλούτος ανήκει στην ολιγαρχία, ενώ ο πλούτος του χρέους είναι το μόνο κοινωνικό αγαθό, που ανήκει σε όλους.
2. Το χρέος προικίζει το μη παραγωγικό πλούτο, αυτό που συχνά έχω αποκαλέσει παρασιτικό χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό.
3. Οι δανειστές δανείζουν υποσχετικές, τις οποίες ανταλλάσσουν με χρεώγραφα, κρατώντας τον πλούτο τους και κατά τη λαϊκή θυμοσοφία "έχουν και την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο".
4. Οι τράπεζες είναι σαν τα δικέφαλα φίδια. Δημιουργήθηκαν ως δανειστές του κράτους και άρπαξαν από αυτό το προνόμιο της παραγωγής χρήματος για δανεισμό στους πολίτες. Είναι οι ιδανικοί νταβατζήδες του χρηματοπιστωτικού μπουρδέλου, που παράγουν πλούτο χωρίς αλυσίδα παραγωγής και χωρίς τους κινδύνους της, λαδώνοντας τα γρανάζια τους με τα χρήματα των πολιτών, αυτό το ραφηναρισμένο λάδι της εκμετάλλευσης, που όταν η τράπεζα είναι κερδοφόρα κάνει τον καταθέτη πελάτη, μοιράζοντας τα πλούτη στους μετόχους της και όταν η τράπεζα γίνεται προβληματική ανάγει τον καταθέτη σε αναγκαστικό μέτοχο, που σηκώνει το σταυρό του μαρτυρίου της χρεοκοπίας της.
5. Φαντάζομαι θα σας θυμίζει πολλά η άποψη του Μαρξ, πως η απειλή κατά της χρηματοπιστωτικής εκμετάλλευσης ανάγεται σε υπέρτατο έγκλημα, ευτελίζοντας την ηθική και νομική υπόσταση του εγκλήματος, όταν στην Αγγλία, κατά το Μαρξ, από το κάψιμο των μαγισσών πέρασαν στο κρέμασμα των παραχαρακτών των τραπεζογραμματίων, όπως και στην Ελλάδα σήμερα, η φοροδιαφυγή θεωρείται επαχθέστερη του φόνου, οδηγώντας στην παγίωση μιας επικίνδυνης κοινωνικής αντίληψης, πως είναι προτιμότερο να σκοτώσεις παρά να φοροδιαφύγεις, κι αυτό γιατί η φορολογία είναι ένας ακόμα μηχανισμός ανατροφοδότησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος, μέσω της εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους.
6. Το δημόσιο χρέος καί η φορολογία έχουν συμπληρωματικούς ρόλους στην κεφαλαιοποίηση του πλούτου καί την αθλιότητα των λαών.
Αυτό που δεν μπορεί να αρπάξει το κεφάλαιο με την εκμετάλλευση της εργασίας, το αρπάζει για λογαριασμό του κεφαλαίου το κράτος με την εκμετάλλευση της φορολογίας.
Οι τίτλοι που χρησιμοποιώ στις διάφορες ενότητες από το "Κεφάλαιο" και τα τονισμένα γράμματα είναι δικά μου, όχι γιατί έχω τη διαστροφή να βάλω χέρι στο Μαρξ, αλλά για να διευκολύνω την κωδικοποίηση της μελέτης σας.
ΔΗΜΟΣΙΑ ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΧΡΕΟΣ, Η ΘΡΗΣΚΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ
"Το σύστημα της δημόσιας πίστης, δηλ. των κρατικών χρεών, που τις αρχές του τις ανακαλύπτουμε κιόλας το μεσαίωνα στη Γένουα και τη Βενετία, διαδόθηκε σ’ όλη την Ευρώπη στη διάρκεια της περιόδου της μανιφακτούρας. Το αποικιακό σύστημα με το θαλάσσιο εμπόριό του και με τους εμπορικούς πολέμους του χρησίμευσε σαν θερμοκήπιο. Έτσι στέριωσε πρώτα στην Ολλανδία. Το δημόσιο χρέος, δηλ. το ξεπούλημα του κράτους –αδιάφορο αν είναι απολυταρχικό, συνταγματικό ή δημοκρατικό κράτος–, βάζει τη σφραγίδα του στην κεφαλαιοκρατική εποχή. Το μοναδικό κομμάτι του λεγόμενου εθνικού πλούτου, που στους σύγχρονους λαούς ανήκει πραγματικά στο σύνολο του λαού, είναι το δημόσιο χρέος. Γι' αυτό είναι πέρα για πέρα συνεπής η σύγχρονη θεωρία που λέει πως ένας λαός γίνεται τόσο πιο πλούσιος, όσο πιο βαθιά βουτιέται στα χρέη. Το δημόσιο χρέος γίνεται το credo (πιστεύω) του κεφαλαίου. Και από τη στιγμή που εμφανίζεται η χρέωση του δημοσίου, τη θέση του αμαρτήματος ενάντια στο άγιο πνεύμα, για το οποίο δεν υπάρχει άφεση, την παίρνει η καταπάτηση της πίστης απέναντι στο δημόσιο χρέος".
ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΡΕΟΣ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑ, ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΣΙΤΙΚΟΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ
"Το δημόσιο χρέος γίνεται ένας από τους πιο δραστικούς μοχλούς της πρωταρχικής συσσώρευσης. Σαν με μαγικό ραβδί προικίζει το μη παραγωγικό χρήμα με παραγωγική δύναμη και το μετατρέπει έτσι σε κεφάλαιο, χωρίς νάναι υποχρεωμένο να εκτεθεί στους κόπους και τους κινδύνους, που είναι αχώριστοι από τη βιομηχανική, μα ακόμα κι από την τοκογλυφική τοποθέτηση. Οι πιστωτές του δημοσίου στην πραγματικότητα δεν δίνουν τίποτα, γιατί το ποσό που δανείζουν μετατρέπεται σε κρατικά ευκολομεταβιβάσιμα χρεώγραφα, που στα χέρια τους εξακολουθούν να λειτουργούν, όπως θα λειτουργούσαν αν ήταν ισόποσο μετρητό χρήμα. Άσχετα όμως και από την τάξη των αργόσχολων εισοδηματιών που δημιουργείται μ’ αυτό τον τρόπο και τον αυτοσχέδιο πλούτο των χρηματιστών που παίζουν το ρόλο του μεσίτη ανάμεσα στην κυβέρνηση και το έθνος –καθώς και των φοροενοικιαστών, των εμπόρων, των ιδιωτών εργοστασιαρχών, που μια καλή μερίδα κάθε κρατικού δανείου τούς προσφέρει την υπηρεσία ενός κεφαλαίου πεσμένου από τον ουρανό– το δημόσιο χρέος έχει δημιουργήσει τις μετοχικές εταιρείες, το εμπόριο με συναλλάξιμες αξίες όλων των ειδών, την επικαταλλαγή, με δυο λόγια: το παιχνίδι στο χρηματιστήριο και τη σύγχρονη τραπεζοκρατία".


ΤΡΑΠΕΖΕΣ, ΧΡΗΜΑ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΡΕΟΣ
"Οι στολισμένες με εθνικούς τίτλους μεγάλες τράπεζες ήταν από τη γέννησή τους απλώς εταιρίες ιδιωτών σπεκουλάντηδων, πού στάθηκαν στο πλευρό των κυβερνήσεων και που χάρη στα προνόμια που πήραν, ήταν σε θέση να δανείζουν σ' αυτές χρήματα. Γι' αυτό η διόγκωση τον δημόσιου χρέους δεν έχει άλλον πιο αλάθητο μετρητή από την προοδευτική άνοδο των μετοχών αυτών των τραπεζών, που ή πλέρια ανάπτυξή τους χρονολογείται απ την ίδρυση της Τράπεζας της Αγγλίας (1694). Η Τράπεζα της Αγγλίας άρχισε τη δράση της δανείζοντας στην κυβέρνηση τα χρήματα της με τόκο 8%. Ταυτόχρονα είχε εξουσιοδοτηθεί από τη βουλή από το ίδιο κεφάλαιο να κόβει νόμισμα, δανείζοντάς το ακόμα μια φορά στο κοινό με τη μορφή τραπεζογραμματίων.
Με τα τραπεζογραμμάτια αυτά, είχε το δικαίωμα να προεξοφλεί συναλλαγματικές, να δανείζει επί ενεχύρω εμπορευμάτων και ν' αγοράζει ευγενή μέταλλα Δεν πέρασε πολύς καιρός και το πιστωτικό αυτό χρήμα, που δημιούργησε η ίδια, έγινε το νόμισμα, με το οποίο η Τράπεζα της Αγγλίας έδινε δάνεια στο κράτος και πλήρωνε για λογαριασμό του κράτους τους τόκους του δημόσιου χρέους. Και σα να μην ήταν αρκετό, ό,τι έδινε με το ένα χέρι για να εισπράττει περισσότερα με το άλλο, έμενε, ακόμα και τη στιγμή που εισέπραττε, αιώνιος πιστωτής του έθνους ως την τελευταία πεντάρα που είχε δόσει. Σιγά-σιγά έγινε ό αναπόφευχτος φύλακας του μεταλλικού θησαυρού της χώρας και το κέντρο έλξης όλης της εμπορικής πίστης. Τον ίδιο καιρό που έπαψαν στην Αγγλία να καίνε μάγισσες, άρχισαν να κρεμούν παραχαράκτες τραπεζογραμματίων. Ποια είναι ή εντύπωση που προκάλεσε στους συγχρόνους τους η ξαφνική εμφάνιση αυτής της φάρας των τραπεζοκρατών, χρηματιστών, εισοδηματιών, μεσιτών, σπεκουλάντηδων και σκυλόψαρων του χρηματιστηρίου, το δείχνουν τα γραφτά του καιρού εκείνου, λ.χ. του Μπόλινμπροκ".
ΧΡΕΟΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΗΣ ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΑ (ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟΣ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ)
"Μαζί με τα δημόσια χρέη δημιουργήθηκε ένα διεθνές πιστωτικό σύστημα, που συχνά για τούτον ή για κείνον το λαό αποτελεί μια από τις κρυφές πηγές της πρωταρχικής συσσώρευσης. Έτσι, οι προστυχιές του βενετσιάνικου ληστρικού συστήματος αποτελούν μια τέτοια κρυφή βάση του κεφαλαιακού πλούτου της Ολλανδίας, που ή Βενετία της παρακμής της δάνειζε μεγάλα χρηματικά ποσά. Το ίδιο ισχύει και για τις σχέσεις Όλλανδίας καί Αγγλίας. Στις αρχές κιόλας του 18ου αιώνα έχουν υπερφαλαγγιστεί κατά πολύ οι μανουφακτούρες της Όλλανδίας, πού έχει παύσει νά είναι κυρίαρχο εμπορικό καί βιομηχανικό έθνος. Γι' αυτό από το 1701 ώς το 1776 μια από τις κύριες επιχειρήσεις της Όλλανδίας είναι να δανείζει τεράστια κεφάλαια ειδικά στον ισχυρό ανταγωνιστή της, την Αγγλία. Κάτι παρόμοιο γίνεται σήμερα ανάμεσα στην Αγγλία καί τις Ενωμένες Πολιτείες. Πολλά κεφάλαια, πού εμφανίζονται σήμερα στις Ενωμένες Πολιτείες χωρίς πιστοποιητικό γέννησης είναι αίμα παιδιών που μόλις χτες είχε κεφαλαιοποιηθεί στην Αγγλία".
ΧΡΕΟΣ ΚΑΙ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ: ΟΙ ΔΙΔΥΜΟΙ ΠΥΡΓΟΙ ΤΟΥ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΥ (ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΚΛΑΒΙΑΣ)
"Επειδή το δημόσιο χρέος στηρίζεται στα κρατικά έσοδα, πού οφείλουν να καλύπτουν τις χρονιάτικες τοκοχρεωλυτικές κλπ. πληρωμές, το σύγχρονο φορολογικό σύστημα έγινε αναγκαίο συμπλήρωμα του συστήματος των εθνικών δανείων. Τα δάνεια δίνουν τη δυνατότητα στην κυβέρνηση ν' αντεπεξέρχεται σε έκτακτα έξοδα, χωρίς να γίνεται αυτό αμέσως αισθητό στον φορολογούμενο, μετά όμως άπαιτούν αυξημένους φόρους. Από την άλλη μεριά, η αύξηση των φόρων, πού προκλήθηκε με τη συσσώρευση απανωτών δανείων, αναγκάζει την κυβέρνηση σε κάθε περίπτωση καινούργιων έκτακτων εξόδων να καταφεύγει διαρκώς σε καινούργια δάνεια. Ετσι, το σύγχρονο φορολογικό σύστημα, πού άξονάς του είναι οι φόροι στα πιο αναγκαία μέσα συντήρησης (επομένως και το ακρίβαιμά τους), κρύβει μέσα του το σπέρμα της αυτόματης προοδευτικής αύξησης. Η υπερφορολόγηση δεν είναι επεισόδιο, αλλά μάλλον αρχή. Γι' αυτό στην Όλλανδία, όπου πρωτοεγκαινιάστηκε το σύστημα αυτό, ό μεγάλος πατριώτης Ντε Βίττ τό εξύμνησε στα «Αξιώματά» του και το χαρακτήρισε σαν το καλύτερο σύστημα για να γίνει ο εργάτης υπάκουος, λιτοδίαιτος, φιλόπονος και... γιά να παραφορτωθεί με δουλιά. Ωστόσο, ή καταστρεπτική επίδραση που ασκεί στην κατάσταση των μισθωτών εργατών μας ενδιαφέρει εδώ λιγότερο από τη βίαιη απαλλοτρίωση του αγρότη, του χειροτέχνη, με δυο λόγια όλων των συστατικών μερών της μικρής αστικής τάξης, πού προκαλεί. Πάνω στο ζήτημα αυτό δεν υπάρχουν δυο γνώμες, ούτε ακόμα και στους αστούς οικονομολόγους. Η απαλλοτριωτική αποτελεσματικότητα του φορολογικού συστήματος εντείνεται επιπλέον με το προστατευτικό σύστημα, πού αποτελεί ένα από τα συστατικά του μέρη.
Ο μεγάλος ρόλος, που το δημόσιο χρέος και το αντίστοιχό του φορολογικό σύστημα παίζουν στην κεφαλαιοποίηση του πλούτου και στην απαλλοτρίωση των μαζών, ώθησε πλήθος συγγραφείς, όπως τον Κόμπετ, τον Ντάμπλνταιη και άλλους, να κάνουν το λάθος ν' αναζητούν σ' αυτό τη βασική αίτια της αθλιότητας των σύγχρονων λαών".
POSTLUDIUM (ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ ΣΤΟ ΜΗ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟ ΧΡΗΜΑ)
"Το δημόσιο χρέος γίνεται ένας από τους πιο δραστικούς μοχλούς της πρωταρχικής συσσώρευσης. Σαν με μαγικό ραβδί προικίζει το μη παραγωγικό χρήμα με παραγωγική δύναμη και το μετατρέπει έτσι σε κεφάλαιο".


* Πάντως, δεν χρειάσθηκε ούτε μισό αιώνα η πατρίδα να γίνει μια χώρα, η εθνική συνείδηση να γίνει μια ευρωπαϊκή ρωσική σαλάτα, η Αμερικανική εξάρτηση να γίνει Ευρωπαϊκή, το σχέδιο Μάρσαλ να γίνει πρόγραμμα χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και η εθνικοφροσύνη να γίνει οικονομοφροσύνη.
Παντα, "Ἐπὶ Ἀσπαλάθων...", όπως στο τελευταίο ποίημα του Σεφέρη, που γράφτηκε στις 31 Μαρτίου του 1971 και δημοσιεύτηκε στις 23 Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς, τρεις μέρες μετά το θάνατό του, στην εφημερίδα "Το Βήμα":
"... Τ᾿ ὄνομα τοῦ κίτρινου θάμνου
δὲν ἄλλαξε ἀπὸ κείνους τοὺς καιρούς.
Τὸ βράδυ βρῆκα τὴν περικοπή:
«τὸν ἔδεσαν χειροπόδαρα» μᾶς λέει
«τὸν ἔριξαν χάμω καὶ τὸν ἔγδαραν
τὸν ἔσυραν παράμερα τὸν καταξέσκισαν
ἀπάνω στοὺς ἀγκαθεροὺς ἀσπάλαθους
καὶ πῆγαν καὶ τὸν πέταξαν στὸν Τάρταρο κουρέλι».
Ἔτσι στὸν κάτω κόσμο πλέρωνε τὰ κρίματά του
Ὁ Παμφύλιος ὁ Ἀρδιαῖος ὁ πανάθλιος Τύραννος".
Μάρκο
Απόλαυσε στην ευτυχία του άλλου κόσμου την τιμωρία του Αρδιαίου και των άλλων τυράννων, αυτών που βρήκες εκεί και αυτών που θα φτάσουν μετά από σένα, όπως την περιγράφει ο Πλάτωνας στην "Πολιτεία" του:
 "[614b] Λέγοις ἄν, ἔφη, ὡς οὐ πολλὰ ἄλλ’ ἥδιον ἀκούοντι.
    Ἀλλ’ οὐ μέντοι σοι, ἦν δ’ ἐγώ, Ἀλκίνου γε ἀπόλογον
ἐρῶ, ἀλλ’ ἀλκίμου μὲν ἀνδρός, Ἠρὸς τοῦ Ἀρμενίου, τὸ
γένος Παμφύλου· ὅς ποτε ἐν πολέμῳ τελευτήσας, ἀναιρε-
θέντων δεκαταίων τῶν νεκρῶν ἤδη διεφθαρμένων, ὑγιὴς μὲν
ἀνῃρέθη, κομισθεὶς δ’ οἴκαδε μέλλων θάπτεσθαι δωδεκαταῖος
ἐπὶ τῇ πυρᾷ κείμενος ἀνεβίω, ἀναβιοὺς δ’ ἔλεγεν ἃ ἐκεῖ
ἴδοι. ἔφη δέ, ἐπειδὴ οὗ ἐκβῆναι, τὴν ψυχὴν πορεύεσθαι
[614c] μετὰ πολλῶν, καὶ ἀφικνεῖσθαι σφᾶς εἰς τόπον τινὰ δαιμόνιον,
ἐν ᾧ τῆς τε γῆς δύ’ εἶναι χάσματα ἐχομένω ἀλλήλοιν καὶ
τοῦ οὐρανοῦ αὖ ἐν τῷ ἄνω ἄλλα καταντικρύ. δικαστὰς δὲ
μεταξὺ τούτων καθῆσθαι, οὕς, ἐπειδὴ διαδικάσειαν, τοὺς μὲν
δικαίους κελεύειν πορεύεσθαι τὴν εἰς δεξιάν τε καὶ ἄνω διὰ
τοῦ οὐρανοῦ, σημεῖα περιάψαντας τῶν δεδικασμένων ἐν τῷ
πρόσθεν, τοὺς δὲ ἀδίκους τὴν εἰς ἀριστεράν τε καὶ κάτω,
ἔχοντας καὶ τούτους ἐν τῷ ὄπισθεν σημεῖα πάντων ὧν
[614d] ἔπραξαν. ἑαυτοῦ δὲ προσελθόντος εἰπεῖν ὅτι δέοι αὐτὸν
ἄγγελον ἀνθρώποις γενέσθαι τῶν ἐκεῖ καὶ διακελεύοιντό οἱ
ἀκούειν τε καὶ θεᾶσθαι πάντα τὰ ἐν τῷ τόπῳ. ὁρᾶν δὴ
ταύτῃ μὲν καθ’ ἑκάτερον τὸ χάσμα τοῦ οὐρανοῦ τε καὶ τῆς
γῆς ἀπιούσας τὰς ψυχάς, ἐπειδὴ αὐταῖς δικασθείη, κατὰ δὲ
τὼ ἑτέρω ἐκ μὲν τοῦ ἀνιέναι ἐκ τῆς γῆς μεστὰς αὐχμοῦ τε
καὶ κόνεως, ἐκ δὲ τοῦ ἑτέρου καταβαίνειν ἑτέρας ἐκ τοῦ
[614e] οὐρανοῦ καθαράς. καὶ τὰς ἀεὶ ἀφικνουμένας ὥσπερ ἐκ
πολλῆς πορείας φαίνεσθαι ἥκειν, καὶ ἁσμένας εἰς τὸν λει-
μῶνα ἀπιούσας οἷον ἐν πανηγύρει κατασκηνᾶσθαι, καὶ ἀσπά-
ζεσθαί τε ἀλλήλας ὅσαι γνώριμαι, καὶ πυνθάνεσθαι τάς τε
ἐκ τῆς γῆς ἡκούσας παρὰ τῶν ἑτέρων τὰ ἐκεῖ καὶ τὰς ἐκ
τοῦ οὐρανοῦ τὰ παρ’ ἐκείναις. διηγεῖσθαι δὲ ἀλλήλαις τὰς
[615a] μὲν ὀδυρομένας τε καὶ κλαούσας, ἀναμιμνῃσκομένας ὅσα τε
καὶ οἷα πάθοιεν καὶ ἴδοιεν ἐν τῇ ὑπὸ γῆς πορείᾳ ―εἶναι δὲ
τὴν πορείαν χιλιέτη― τὰς δ’ αὖ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ εὐπαθείας
διηγεῖσθαι καὶ θέας ἀμηχάνους τὸ κάλλος. τὰ μὲν οὖν
πολλά, ὦ Γλαύκων, πολλοῦ χρόνου διηγήσασθαι· τὸ δ’ οὖν
κεφάλαιον ἔφη τόδε εἶναι, ὅσα πώποτέ τινα ἠδίκησαν καὶ
ὅσους ἕκαστοι, ὑπὲρ ἁπάντων δίκην δεδωκέναι ἐν μέρει,
ὑπὲρ ἑκάστου δεκάκις ―τοῦτο δ’ εἶναι κατὰ ἑκατονταετηρίδα
[615b] ἑκάστην, ὡς βίου ὄντος τοσούτου τοῦ ἀνθρωπίνου― ἵνα δεκαπλάσιον τὸ ἔκτεισμα τοῦ ἀδικήματος ἐκτίνοιεν, καὶ οἷον εἴ
τινες πολλοῖς θανάτων ἦσαν αἴτιοι, ἢ πόλεις προδόντες ἢ
στρατόπεδα, καὶ εἰς δουλείας ἐμβεβληκότες ἤ τινος ἄλλης
κακουχίας μεταίτιοι, πάντων τούτων δεκαπλασίας ἀλγηδόνας
ὑπὲρ ἑκάστου κομίσαιντο, καὶ αὖ εἴ τινας εὐεργεσίας εὐερ-
γετηκότες καὶ δίκαιοι καὶ ὅσιοι γεγονότες εἶεν, κατὰ ταὐτὰ
[615c] τὴν ἀξίαν κομίζοιντο. τῶν δὲ εὐθὺς γενομένων καὶ ὀλίγον
χρόνον βιούντων πέρι ἄλλα ἔλεγεν οὐκ ἄξια μνήμης. εἰς
δὲ θεοὺς ἀσεβείας τε καὶ εὐσεβείας καὶ γονέας καὶ αὐτόχειρος
φόνου μείζους ἔτι τοὺς μισθοὺς διηγεῖτο.
    Ἔφη γὰρ δὴ παραγενέσθαι ἐρωτωμένῳ ἑτέρῳ ὑπὸ ἑτέρου
ὅπου εἴη Ἀρδιαῖος ὁ μέγας. ὁ δὲ Ἀρδιαῖος οὗτος τῆς
Παμφυλίας ἔν τινι πόλει τύραννος ἐγεγόνει, ἤδη χιλιοστὸν
ἔτος εἰς ἐκεῖνον τὸν χρόνον, γέροντά τε πατέρα ἀποκτείνας
[615d] καὶ πρεσβύτερον ἀδελφόν, καὶ ἄλλα δὴ πολλά τε καὶ ἀνόσια
εἰργασμένος, ὡς ἐλέγετο. ἔφη οὖν τὸν ἐρωτώμενον εἰπεῖν,
«Οὐχ ἥκει», φάναι, «οὐδ’ ἂν ἥξει δεῦρο. ἐθεασάμεθα γὰρ
οὖν δὴ καὶ τοῦτο τῶν δεινῶν θεαμάτων· ἐπειδὴ ἐγγὺς τοῦ
στομίου ἦμεν μέλλοντες ἀνιέναι καὶ τἆλλα πάντα πεπονθότες,
ἐκεῖνόν τε κατείδομεν ἐξαίφνης καὶ ἄλλους ―σχεδόν τι αὐτῶν
τοὺς πλείστους τυράννους· ἦσαν δὲ καὶ ἰδιῶταί τινες τῶν
[615e] μεγάλα ἡμαρτηκότων― οὓς οἰομένους ἤδη ἀναβήσεσθαι οὐκ
ἐδέχετο τὸ στόμιον, ἀλλ’ ἐμυκᾶτο ὁπότε τις τῶν οὕτως
ἀνιάτως ἐχόντων εἰς πονηρίαν ἢ μὴ ἱκανῶς δεδωκὼς δίκην
ἐπιχειροῖ ἀνιέναι. ἐνταῦθα δὴ ἄνδρες, ἔφη, ἄγριοι, διάπυροι
ἰδεῖν, παρεστῶτες καὶ καταμανθάνοντες τὸ φθέγμα, τοὺς μὲν
διαλαβόντες ἦγον, τὸν δὲ Ἀρδιαῖον καὶ ἄλλους συμποδί-
[616a] σαντες χεῖράς τε καὶ πόδας καὶ κεφαλήν, καταβαλόντες καὶ
ἐκδείραντες, εἷλκον παρὰ τὴν ὁδὸν ἐκτὸς ἐπ’ ἀσπαλάθων
κνάμπτοντες, καὶ τοῖς ἀεὶ παριοῦσι σημαίνοντες ὧν ἕνεκά
τε καὶ ὅτι εἰς τὸν Τάρταρον ἐμπεσούμενοι ἄγοιντο». ἔνθα
δὴ φόβων, ἔφη, πολλῶν καὶ παντοδαπῶν σφίσι γεγονότων,
τοῦτον ὑπερβάλλειν, μὴ γένοιτο ἑκάστῳ τὸ φθέγμα ὅτε
ἀναβαίνοι, καὶ ἁσμενέστατα ἕκαστον σιγήσαντος ἀναβῆναι.
καὶ τὰς μὲν δὴ δίκας τε καὶ τιμωρίας τοιαύτας τινὰς
[616b] εἶναι, καὶ αὖ τὰς εὐεργεσίας ταύταις ἀντιστρόφους".
Επειδή πολλοί σύγχρονοι τύραννοι της χώρας μας δεν θα κατανοήσουν τη γλώσσα της "Πολιτείας" του Πλάτωνα, αφού δεν έμαθαν ποτέ Ελληνικά στις ΧαϊβανοΧαρβαντιάδες**, και δεν θα κατανοήσουν και την επερχόμενη τιμωρία τους, μεταφέρω μια μετάφραση του Πλατωνικού κειμένου, από τη στιγμή, που για τους τυράννους ολοκληρωνόταν η τιμωρία των αδίκων και ετοιμάζονταν να βγουν στο φως, το στόμιο του Άδη δεν τους δεχόταν και έβγαζε ένα άγριο μουγκρητό.
"Τὴν ἴδια ὥρα ἄντρες ἄγριοι καὶ ὅλο φωτιὰ ποὺ βρισκόταν ἐκεῖ καὶ ἤξεραν τί σημαίνει αὐτὸ τὸ μουγκρητό, τὸν Ἀρδιαῖο καὶ μερικοὺς ἄλλους ἀφοῦ τοὺς ἔδεσαν τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια καὶ τὸ κεφάλι, ἀφοῦ τοὺς ἔριξαν κάτω καὶ τοὺς ἔγδαραν, ἄρχισαν νὰ τοὺς σέρνουν ἔξω ἀπὸ τὸ δρόμο καὶ νὰ τοὺς ξεσκίζουν ἐπάνω στ᾿ ἀσπαλάθια καὶ σὲ ὅλους ὅσοι περνοῦσαν ἀπὸ ἐκεῖ ἐξηγοῦσαν τὶς αἰτίες ποὺ τὰ παθαίνουν αὐτὰ καὶ ἔλεγαν πὼς τοὺς πηγαίνουν νὰ τοὺς ρίξουν στὰ Τάρταρα".



** Χαϊβάνι στη χωρική μου διάλεκτο, τη διάλεκτο μιας αποικίας των Ερετριέων, είναι ο ηλίθιος και είναι λέξη ουδετέρου γένους, ως μεγαλοπρεπώς υποτιμητική. 

Σάββατο, 19 Μαρτίου 2016

CLAUDINE, ΕΝΑΜΙΣΗ ΧΡΟΝΟ ΑΠΟ ΤΟ ΧΑΜΟ ΤΗΣ

"Τοις γαρ θανούσι μόχθος ου προσγίγνεται" (Δεν υπάρχουν βάσανα για τους νεκρούς) (Σοφοκλής)
Για την αγαπημένη μου Claudine, που έζησε μέχρι δακρύων, όπως θα έλεγε και ο Camus, αφήνοντας το ένα και μοναδικό δάκρυ δύο μέρες πριν το χαμό της, για να έχω μια σοβαρή προσδοκία να συναντήσω τα ματάκια και το δάκρυ της, έστω και ως χρυσή οπτασία, στην πόρτα του άλλου βασιλείου του θανάτου, εισπράττοντας την περιφρόνηση και καταδίκη του χωρισμού, κατά τον Eliot, γιατι "ζώμεν ημείς, του βίου τεθνηκότος" (ζούμε εμείς, ενώ πέθανε η ζωή), μετατρέποντας σε βεβαιότητα την απορία του Παλλαδά του Αλεξανδρέως.
Σάββατο 19 Μαρτίου 2016. Περιμένοντας στο αεροδρόμιο των Αθηνών, μετέφρασα για την αυριανή μέρα, που συμπληρώνεται ενάμιση χρόνος από το θάνατο της Claudine, το παρακάτω ποίημα του Eliot:

Eyes that last saw in tears

Eyes that last I saw in tears
Through division
Here in death's dream kingdom
The golden vision reappears
I see the eyes but not the tears
This is my affliction

This is my affliction
Eyes I shall not see again
Eyes of decision
Eyes I shall not see unless
At the door of death's other kingdom
Where, as in this,
The eyes outlast a little while
A little while outlast the tears
And hold us in derision. 


Μάτια που τελευταία είδα δακρυσμένα 

Μάτια που τελευταία είδα δακρυσμένα
Με τον αποχωρισμό
Εδώ στο ονειρικό βασίλειο του θανάτου
Ξαναπροβάλλει το χρυσό όραμα
Βλέπω τα μάτια, αλλά  όχι τα δάκρυα
Αυτή είναι η θλίψη μου
 
Αυτή είναι η θλίψη μου
Μάτια που δεν θα ξαναδώ
Μάτια αποφασιστικά
Μάτια που δεν θα ξαναδώ, παρά
Στην πόρτα του άλλου βασιλείου του θανάτου
Όπου, σαν αυτό,
Τα μάτια μένουν για λίγο, ενώ
Λίγο ακόμα μένουν τα δάκρυα

Και μας περιφρονούν.

Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2015

ΤΟ ΣΚΟΥΜΠΡΙ

(ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΑΦΗΓΗΜΑ)
"Ευτελές δείπνον ου ποιεί παροινία" (Διογένης)
(Το φτωχικό δείπνο δεν προκαλεί παραφορά)
Βασική αρχή της Μαρξιστικής οικονομίας, όπως αναπτύσσεται στο "Κεφάλαιο", είναι ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας, που αντιπροσωπεύει το χρόνο που απαιτείται για την παραγωγή ενός εμπορεύματος σε μια συγκεκριμένη περίοδο ανάπτυξης της κοινωνίας και καθορίζει την αξία του κάθε εμπορεύματος στη διαδικασία της ανταλλαγής των εμπορευμάτων, είτε άμεσα, είτε μέσω του συναλλακτικό μέσου, του χρήματος.
Κάτω από αυτή την έννοια ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας δεν είναι μόνο μια οικονομετρική παράμετρος, αλλά και ένας συνεκτικός παράγοντας της κοινωνικής ισορροπίας.
Σήμερα, λοιπόν, Σάββατο προκειμένου να συνοδεύσω το λεγόμενο "κρέας του φτωχού" (χαρακτηρίζεται έτσι λόγω της υψηλής περιεκτικότητας σε πρωτεΐνες), τη φασολάδα, με κάτι αλμυρό, βρέθηκα έκπληκτος μπροστά στη σχετική προθήκη πολυκαταστήματος.
Ένα σκουμπρί καπνιστό σε ασημοποίκιλτη θήκη προκαλούσε την πενία του Έλληνα με την τιμή των 16 ευρώ, δηλαδή 5.500 δραχμών, περίπου, για να μη ξεχνάμε και τις εθνικές μας καταβολές.
Αυτόματα στο μυαλό μου αναδείχθηκε η πολιτική οικονομία του Μαρξισμού για την αξία του εμπορεύματος και κατέληξα πως η αξία του ενός σκουμπριού είναι ίση με τρεις περίπου μέρες εννιάωρης κατά μέρα μνημονιοπασοκοσυριζονεοδημοκρατικής απασχόλησης ενός από τους πολλούς πρώην συναδέλφους μου, καθηγητές της μουσικής, που αναγκάζονται, λόγω της ανεργίας, να ταξιδεύουν από τη Θεσσαλονίκη σε επαρχιακές πόλεις για να διδάξουν στα δημοτικά ωδεία με το περιούσιο ωρομίσθιο των 5,20 ευρώ.
Η ανάλυση των αριθμών είναι τραγική:
6 ώρες εργασίας Χ 5,20 = 31,20 ευρώ.
Αν από το ποσό αυτό αφαιρεθούν τα έξοδα μετάβασης και επιστροφής (περίπου 20 ευρώ) και αυτά ενός μικρογεύματος, που δεν θα περιλαμβάνει, σίγουρα, σκουμπρί (περίπου 6 ευρώ) και προστεθούν 3 ώρες για τη μετάβαση και την επιστροφή, προκύπτει πως απαιτούνται τρεις μέρες εννιάωρης απασχόλησης για να προσφέρει ένας από αυτούς τους εργαζόμενους στην οικογένειά του ένα συνοδευτικό σκουμπρί, χωρίς το κύριο γεύμα της φασολάδας, που αν έχει την απαίτηση να ζητήσει και αυτό, θα χρειασθεί απασχόληση 6-7 ημερών για την εξασφάλιση των διατροφικών αναγκών της οικογένειάς του για μια μέρα.....
Μπροστά στο δίλημμα, να σπαταλήσω, τρώγοντας το χρόνο εργασίας τριών ημερών ενός συναδέλφου μου, αποφάσισα με τη σοφία του Αριστοτελικού "ουκ εν τω πολλώ το ευ, άλλ' εν τω ευ τω πολλώ" να συνοδεύσω τη φασολάδα μου με μεταλλικό κουτί πλήρους αντζούγιας καθαρού βάρους 15 γραμμαρίων και κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας μόλις μιας μέρας των εννέα ωρών των προαναφερθέντων συναδέλφων μου.
Τρώγοντάς, όμως, μου κάθισε στο λαιμό το πρώτο κομμάτι της αντζούγιας, γιατί έντρομος συνειδητοποίησα, πως ένα γραμμάριό της αντιστοιχεί με 0,6 ώρες εργασίας, τουτέστιν 2 σονάτες του Bach ή του Mozart ή 1,5 περίπου σονάτα από τις μεγάλες του Beethoven ή 1 κοντσέρτο του Tchaikovsky, κλπ..., που χόρτασα μόνο με τη σκέψη, πως καταναλώνοντας 5 γραμμάρια αντζούγιας, ως το 1/3 της οικογένειας, θα έτρωγα τόσα πολλά έργα μέσα σε τόσο λίγο χρόνο, που θα απαιτούνταν χωνευτικά σκευάσματα, που με τη σειρά τους θα απαιτούσαν μεγάλο κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας, ισοδύναμο με πολύ περισσότερες σονάτες και κοντσέρτα, που δύσκολα θα απέφευγα την τύχη του συναδέλφου μας διθυραμβοποιού από τα Κύθηρα Φιλόξενου (435-380/379 π.Χ.), που πέθανε από την πολυφαγία.
Ποιος δεν θυμάται το ευφυολόγημα "μιάμιση σαρδέλλα μιάμιση δραχμή, τρεις σαρδέλλες πόσες δραχμές;", που λόγω της ευρωπαϊκής πλέον προοπτικής της χώρας μας θα μπορούσε να "επικαιροποιηθεί", όπως λένε και οι μνημονιομαλάκες, με το "μιάμιση σονάτα ενάμιση ευρώ, τρεις σονάτες πόσα ευρω;"
Μια και άρχισα με τον κυνικό φιλόσοφο Διογένη, ας κλείσω με τον ίδιο, γιατί μόνο με κυνισμό και σαρκασμό μπορεί να αντιμετωπιστεί το "Ωδείον Πρόβλημα" (κατά το Δήλειον Πρόβλημα του διπλασιασμού του κύβου):
"Πενία αυτοδίδακτος αρετή".
Και η μουσική, πολύ συχνά, όπως και η επανάσταση πάντα, είναι αυτοδίδακτες αρετές.
ΥΓ. Ο Φιλόξενος έζησε στην αυλή του τυράννου των Συρακουσών Διονυσίου, του οποίου κατέκρινε τα ποιήματα, γι αυτό και ο τύραννος τον φυλάκισε στο λατομείο.
Όταν τον αποφυλάκισε και του ζήτησε πάλι να κρίνει τα έργα του, ο Φιλόξενος απάντησε να τον οδηγήσουν ξανά στο λατομείο.

 Τα έργα των σύγχρονων τυράννων έχασαν το ρομαντισμό τους και δεν είναι ποιητικά, αλλά οικονομικά και οδηγούν στο λατομείο του κοινωνικού αποκλεισμού το λαό.  

Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2015

POEMES POUR LE CHIEN

(ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΣΚΥΛΟ)
Για τα μάτια της Claudine, που από την πρώτη μας συνάντηση μου καθήλωσαν στο μυαλό τους παρακάτω στίχους του Aragon:
"Tes yeux sont si profonds qu'en me penchant pour boire
J'ai vu tous les soleils y venir se mirer
S'y jeter à mourir tous les désespérés
Tes yeux sont si profonds que j'y perds la mémoire"
(Louis Aragon: Les yeux d'Elsa)
(Τα μάτια σου είναι τόσο βαθιά που μέσα τους βυθίζομαι να πιω
Είδα όλους τους ήλιους μέσα τους να θαυμάζουν
Ρίχνοντας στο θάνατο κάθε απελπισία
Τα μάτια σου είναι τόσο βαθιά που μέσα τους χάνω τη μνήμη)

Παρακάτω παραθέτω τέσσερα ποιήματα, που την ελεύθερη - ποιητική και όχι λεκτική απόδοσή τους στην Ελληνική από τη Γαλλική γλώσσα έκανα σήμερα το βράδυ, ξημερώνοντας στις 20 Σεπτεμβρίου του 2015, ως αφιέρωμα μιας ποιητικής βραδιάς στην Claudine, ένα χρόνο από το θάνατό της στις 20 Σεπτεμβρίου του 2014.
Το πρώτο ποίημα του Baudelaire έχει μια σκληρή αλληγορία στο γνωστό ύφος του ποιητή και το χρησιμοποίησα το 2013 σε ένα πολιτικό σχόλιό μου.
Το δεύτερο και το τρίτο είναι του Eluard από την ποιητική συλλογή με τίτλο "Les animaux et leurs hommes" (Τα ζώα και οι άνθρωποί τους) και υπότιτλο "Les hommes et leus animaux " (Οι άνθρωποι και τα ζώα τους), που μόνο από τον τίτλο και τον υπότιτλο της συλλογής υποδηλώνεται η πρόθεση του ποιητή να αποκαλύψει τις αδυναμίες των ανθρώπων μέσα από το σαρκασμό των χαρισμάτων των ζώων.

Έτσι, στο σκύλο βλέπει την ανθρώπινη υποταγή, στο πουλί την ανθρώπινη ελευθερία, στην κότα τον ανθρώπινο συμβιβασμό, κλπ, ενώ με το ποίημα "Animal rit" (Γελαστό ζώο) προβάλλει την καθολικότητα της χαράς ανάμεσα στα ζώα και τους ανθρώπους ως μια αναγκαιότητα της φύσης.

Το τελευταίο ποίημα του Neruda είναι πιο τρυφερό και ρεαλιστικό, χωρίς να του λείπει και μια αύρα υπαρξιακού συμβολισμού.
Η απόδοση αυτών των ποιημάτων ήταν το μόνο, που είχα τη δύναμη να κάνω σήμερα.
Charles Baudelaire
Από το "Petits poèmes en prose"
Le chien et le flacon
" - Mon beau chien, mon bon chien, mon cher toutou, approchez et venez respirer un excellent parfum acheté chez le meilleur parfumeur de la ville".
Et le chien, en frétillant de la queue, ce qui est, je crois, chez ces pauvres êtres, le signe correspondant du rire et du sourire, s’approche et pose curieusement son nez humide sur le flacon débouché ; puis, reculant soudainement avec effroi, il aboie contre moi en manière de reproche.
« - Ah ! misérable chien, si je vous avais offert un paquet d’excréments, vous l’auriez flairé avec délices et peut-être dévoré. Ainsi, vous-même, indigne compagnon de ma triste vie, vous ressemblez au public, à qui il ne faut jamais présenter des parfums délicats qui l’exaspèrent, mais des ordures soigneusement choisies. »
Από το "Μικρά ποιήματα σε πρόζα"
Το σκυλί και το μπουκάλι
" - Ομορφό μου σκυλί, καλό μου σκυλί, αγαπημένο μου σκυλάκι, πλησίασε κι' έλα να αναπνεύσεις το υπέροχο άρωμα, που αγόρασα από τον πιο ξακουστό αρωματοποιό της πόλης".
Και το σκυλί, κουνώντας την ουρά του, που θαρρώ είναι σ' αυτά τα φτωχά πλάσματα σημάδι ανάλογο με το γέλιο και το χαμόγελο, σιμώνει και βάζει με περιέργεια την υγρή μουσούδα του στο ξεταπωμένο μπουκάλι, κι ύστερα κάνοντας πίσω ξαφνικά με αηδία, γαυγίζει σαν να με κατσαδιάζει.
  " - Α! Κακόμοιρο σκυλί, αν σου είχα πασάρει ένα πακέτo με βρωμιές, θα το είχες απολαύσει, ίσως και καταβροχθίσει. Έτσι, εσύ ανάξιε σύντροφε της θλιβερής ζωής μου, μοιάζεις το κοινό, που δεν πρέπει να το προσφέρεις φίνα αρώματα που του απαγοητεύουν, αλλά καλοδιαλεγμένες βρωμιές".
Paul Eluard

Από το Les animaux et leurs hommes: Les hommes et leus animaux

Chien

Chien chaud,
Tout entier dans la voix, dans les gestes
De ton maître,
Prends la vie comme le vent,
Avec ton nez.
Reste tranquille.

Σκύλος

Σκύλος παιγνιδιάρης,
Ατόφιος στη φωνή, στις χειρονομίες
του αφεντικού.
Πάρε τη ζωή σαν τον άνεμο,
Με τη μύτη σου.
Μείνε ήσυχος.

Animal rit

Le monde rit,
Le monde est heureux, content et joyeux
La bouche s’ouvre, ouvre ses ailes et retombe.
Les bouches jeunes retombent,
Les bouches vieilles retombent.

Un animal rit aussi,
Étendant la joie de ses contorsions.
Dans tous les endroits de la terre
Le poil remue, la laine danse
Et les oiseaux perdent leurs plumes.

Un animal rit aussi
Et saute loin de lui-même.
Le monde rit,
Un animal rit aussi,
Un animal s’enfui

Γελαστό ζώο

Ο κόσμος γελάει,
Ο κόσμος είναι ευτυχισμένος, πλήρης και χαρούμενος.
Ανοίγει το στόμα, ανοίγει τα φτερά του και ξαναπέφτει.
Τα στόματα των νέων ξαναπέφτουν,
Τα στόματα των γέρων ξαναπέφτουν.

Ένα ζώο, επίσης, γελάει,
Πλατιάζοντας τη χαρά με τις ακροβασίες του.
Σ’ όλα τα μέρη της γης
Το τρίχωμα κινείται, χορεύει το μαλλί
Και τα πουλιά χάνουν τα πούπουλά τους.

Ένα ζώο, επίσης, γελάει
Σαλτάρει μακριά από τον εαυτό του.
Ο κόσμος γελάει,
Ένα ζώο, επίσης, γελάει,
Ένα ζώο δραπετεύει.


Pablo Neruda

Ode au chien

Le chien me demande
mais je ne réponds pas.
Il saute, court dans le champ
et me pose mille questions sans parler
ses yeux
sont deux questions humides
deux flammes liquides qui interrogent
mais je ne réponds pas
parce que je ne sais pas

Homme et chien
parcourant la campagne

Les feuilles brillent comme si quelqu’un les avait
embrassées une par une
les oranges jaillissent du sol
pour faire des petites planètes dans les arbres
rondes comme la nuit,
et vertes
chien et homme nous allons par les parfums du monde
foulant le trèfle
la campagne du Chili
dans les doigts clairs de septembre.

Le chien s’arrête,
poursuit les abeilles
saute un ruisseau turbulent
écoute des lointains aboiements
pisse sur une pierre
et vient me porter le bout de son museau
à moi, comme un cadeau.
Dans sa douce fraîcheur
en me communiquant sa tendresse
il me demande des yeux
pourquoi le jour, pourquoi la nuit
pourquoi le printemps ne porte rien dans son panier
pour les chiens errants
sinon des fleurs inutiles
des fleurs, des fleurs, toujours des fleurs.
Voila ce que me demande le chien
voilà ce que je ne réponds pas.

Nous allons, homme et chien
dans cet immense matin vert
réunis par le vide exaltant de la solitude
où seuls nous existons
l’unité parfaite,
chien rosée et poète
car il n’y a pas d’oiseau caché sans trille
ni de fleur secrète sans arôme
pour deux compagnons
nous
dans ce monde humidifié par la nuit
distillation verte
prairie balayée par des rafales d’air orangé
le chuchotement des racines
la vie en cheminant, en respirant,
et l’amitié ancestrale
la chance
d’être chien, d’être homme
converti en un seul animal
à six pattes
la queue couverte de rosée.

Ωδή στο σκύλο

Ο σκύλος με ρωτάει απαιτώντας
αλλά εγώ δεν αποκρίνομαι.
Πηδάει, τρέχει στον κάμπο
και μου βάζει χίλιες ερωτήσεις χωρίς
μιλιά
τα μάτια του
είναι δυο υγρά ερωτηματικά
δύο φλόγες ρευστές που απορούν
αλλά εγώ δεν αποκρίνομαι
γιατί δεν γνωρίζω

Άνθρωπος και σκύλος
πλανόδιοι στην εξοχή

Τα φύλλα λάμπουν σαν κάποιος να τα 'χει
ένα ένα αγκαλιασμένα
τα πορτοκάλια εκθλìβονται στο έδαφος
σαν μικροί πλανήτες μέσα στα δέντρα, γυροβολώντας σαν τη νύχτα,
και πράσινο
σκύλος και άνθρωπος
βαδίζουμε στις ευωδιές του κόσμου
κουραστικό το τριφύλλι
η εξοχή της Χιλής
μέσα στα φωτισμένα δάχτυλα του Σεπτέμβρη.

Ο σκύλος σταματάει,
κυνηγάει τις μέλισσες
πηδάει ένα γάργαρο ρυάκι
αφουγκράζεται τα μακρινά γαβγίσματα
κατουράει σε μια πέτρα
και μου φέρνει τη μουσούδα του
σαν ένα δώρο.
Μέσα στη γλυκιά φρεσκάδα της
μου κοινωνεί την τρυφερότητά της
με ρωτάει επίμονα με τα μάτια
γιατί η ημέρα, γιατί η νύχτα
γιατί η άνοιξη δεν φέρνει στο καλάθι της τίποτα
για τα αδέσποτα σκυλιά
παρά μονάχα περιττά λουλούδια
λουλούδια, πάντα λουλούδια.
Να, αυτό που με ρωτάει απαιτητικά ο σκύλος
να, αυτό που δεν αποκρίνομαι.

Πορευόμαστε, άνθρωπος και σκύλος
μέσα σ’ αυτό το απέραντο πράσινο πρωινό
φιλιωμένοι από το υπέροχο κενό της μοναξιάς
όπου μόνοι μας υπάρχουμε
η τέλεια ενότητα,
σκύλος τρυφερός και ποιητής
γιατί δεν υπάρχει κρυμμένο πουλί χωρίς κελάηδημα
ούτε μυστικό λουλούδι χωρίς άρωμα
για δυο συντρόφους
εμείς
μέσα σ’ αυτόν τον υγρόκοσμο της νύχτας
πράσινη απόσταξη
σαρωμένο λιβάδι από τις ριπές του πορτοκαλί ανέμου
ο ψίθυρος των ριζών
η ζωή βηματίζοντας, αναπνέοντας,
η προγονική φιλία
η τύχη
να είσαι σκύλος, να είσαι άνθρωπος
μεταμόρφωση σε ένα μόνο ζώο
με έξι πόδια
η ουρά σκεπάζει την τρυφερότητα.

Μια και άρχισα με τον Aragon, θα κλείσω πάλι με τον ιδιο ποιητή με ένα απόσπασμα από το έργο του "Les voyageurs de l'imperiale" (Αυτοκρατορικοί ταξιδιώτες):
La vie est un voyageur qui laisse traîner son manteau derrière lui, pour effacer ses traces”
(Η ζωή είναι ένας ταξιδιώτης, που σέρνει το πανωφόρι πίσω του να σβύσει τα ίχνη)
Από τη ζωή της Claudine, όμως, δεν έσβυσε και δεν θα σβύσει κανένα ίχνος, τουλάχιστον, μέχρι να σβύσουν τα ίχνη της δικής μου ζωής.